Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

road construction


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο construction παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: road
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
construction n(act of building)κατασκευή ουσ θηλ
 The construction of the new highway will take two years.
 Η κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου θα διαρκέσει δύο χρόνια.
construction n(physical structure)κατασκευή ουσ θηλ
 (κτήριο)οικοδομή ουσ θηλ
  οικοδόμημα ουσ ουδ
 Stonehenge is a prehistoric construction in England.
construction nuncountable (building trade)κατασκευές ουσ θηλ πλ
  κατασκευαστικός τομέας επίθ + ουσ αρσ
 (καθομ: για εργάτη)οικοδομή ουσ θηλ
 Shawn got a job in construction.
 Ο Σων βρήκε δουλειά στον κατασκευαστικό τομέα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
construction n(arrangement of words)δομή ουσ θηλ
 The construction of this paragraph is very well done.
construction n(how [sth] is made)κατασκευή ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)δουλειά ουσ θηλ
 The construction of the dress looked professional.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
construction industry n(building)κατασκευαστικός κλάδος επίθ + ουσ αρσ
  βιομηχανία οικοδομικών κατασκευών φρ ως ουσ θηλ
construction manager n(foreman, supervisor) (δομικό έργο)υπεύθυνος εργοταξίου φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 (κατασκευές γενικά)υπεύθυνος κατασκευής φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 Construction managers supervise and direct operations on a construction project.
construction material n([sth] used to build)κατασκευαστικό υλικό επίθ + ουσ ουδ
  υλικό κατασκευής φρ ως ουσ ουδ
construction paper (US),
sugar paper (UK)
n
(rough art paper)χρωματιστό χαρτόνι επίθ + ουσ ουδ
 (πιο γενικά)χαρτόνι ουσ ουδ
 The kids made decorative chains from construction paper.
 Τα παιδιά έφτιαξαν διακοσμητικές αλυσίδες από χρωματιστό χαρτόνι.
construction site n(building area)εργοτάξιο ουσ ουδ
 All persons on the construction site are required to wear hard hats.
 Όλοι στο εργοτάξιο είναι υποχρεωμένοι να φορούν προστατευτικά κράνη.
construction work n(building)εργασίες κατασκευής φρ ως ουσ θηλ πλ
  κατασκευαστικές εργασίες επίθ + ουσ θηλ πλ
 The street will be blocked off for two months because of the construction work.
construction worker n(builder)οικοδόμος, χτίστης ουσ αρσ
 The construction workers on this site all wear hard hats for protection.
offshore construction n(building of power stations at sea) (μακριά από την ακτή)υπεράκτια κατασκευή επίθ + ουσ θηλ
 (κοντά στην ακτή)παράκτια κατασκευή επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Ο όρος «παράκτιος» σημαίνει κοντά στην ακτή, είτε προς τη στεριά είτε προς τη θάλασσα.
under construction adv(currently being built)υπό κατασκευή φρ ως επίρ
 The new hospital is currently under construction.
 The website is under construction.
wood construction n(fact of being built from wood)ξύλινη κατασκευή επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση road construction στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «road construction».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!